Ένα παραμύθι με τη ντοπιολαλιά των χωριών της Αρκαδίας….

Τα χειμωνιάτικα βράδια, σαν έπεφτε ο ήλιος και στο σκοτεινό του ουρανού έβγαινε το πρώτο αστέρι «ο αποσπερίτης», η μικρή κοινωνία του χωριού ησύχαζε. Οι μεγάλες αυλόπορτες έκλειναν με βαριές σιδερένιες κλειδαριές. Και όλοι μαζεύονταν στο παραγώνι του σπιτιού δίπλα στο τζάκι, όπου σπιθοβολούσαν τ’ αναμμένα κούτσουρα. Το λαδολύχναρο βρισκόταν πάντα κρεμασμένο στον λυχνοστάτη, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα θαλπωρής και ηρεμίας. Η μορφή της γιαγιάς, πότε φάνταζε φωτολουσμένη στο φούντωμα της φλόγας του τζακιού και πότε θόλωνε σαν γύριζε και ανακάτευε μ’ ένα μακρύ ξύλο τη φωτιά. Και εμεις τα παιδία την κοιτάζαμε περιμένοντας να μας πει παραμύθια. Εκείνη έπαιρνε την ρόκα της και, γνέθοντας, άρχιζε το παραμύθι…

image

Με όλο άνεση και χάρη έρχονται οι καλικαντζάροι
Με βιολιά και με φλογέρα που ταράζουν τον αέρα
Στα μαλλιά βάλαν στεφάνια και πατούν με περηφάνια
Μαγαρίζουν ότι βρούνε κι όλο από χαρά σκιρτούνε.
Τίποτα δεν τους τρομάζει σαν θα πέσει το σκοτάδι
Μόνο το αναμμένο τζάκι μόνο η φοβερή φωτιά.

Οι Καλικαντζαροι…τα γκαντζιόνια…. ερχόνται απάνου στη γης την παραμονή του Χριστού που μπαίνουν τα δωδεκαήμερα τσιαι καθόνται ίσιαμε την Πρωτάγιαση που θ’ αγιάσει ο παπάς.

Ούλον τον άλλον καιρό είνιαι από κάτου από τη γης και με κάτι μικρούλια τσεκούρια παλεύουνε να κόψουνε ένα θερίο δέντρο που την βαστάει για να μην πέσει. Θέλουνε να κόψουνε το δέντρο, να πέσει στο χάος η γης, να γκρεμιστεί και να χαλάσει ο κόσμος. Κόβουνε, κόβουνε ούλον το χρόνο γιούρω-γιούρω, όσο που μένει πλια άκοπο στη μέση μια στάλα, ίσιαμε μια τριχούλα. Τότε τ’ απαρατάνε – δεν το κόβουνε ούλο γιατί φοβάνται μην τα πλακώσει απουκάτου άμα θα πέφτει και λένε: «Πάμετε να φύγουμε τώρα. Θα φυσήξει ο αέρας απέ θα το γκρεμίσει».

Αλλά το δέντρο ούλο το δωδεκαήμερο που λείπουν αυτά, θρέφει πάλε και μόλις ματακατεβούνε κάτου στη γης, πάνε, τηράνε το βρίσκουνε θερίο κι’ ακόμα χοντρύτερο απ’ ό,τι τα’ αφήκανε. Του ξαναπέφτουνε, λοιπόν, κοντά πάλε με τα τσεκούρια τους -τοίγαρις είναι τσιαι μεγάλα λαχτάρα τους, έτσι σαν κατσουλάτσια είνιαι, μια αμουτσιά, τη δύναμη να’ χουνε κι’ ούλον το χρόνο παλεύουνε, είδες που λέει «σαν τα γκατζιόνια», να το κόψουνε από την αρχή πάλε.

Μόλις περάσουν οι δώδεκα ημέρες που καθόνται ση γης και πειράζουν τους ανθρώπους, ας ειπούμε μολογάγανε κατουράνε στα βαγένια, στα βαρέλια είδες που ηφέρναμε εκείν΄τα χρόνια νερό από τη βρύση, μαγαρίζουνε σ’ αλεύρι, ε, τέτοια κάνουνε, μόλις λοιπόν περάσει το δωδεκάημερο τ’ απαρατάνε πλια ούλα και την Πρωτάγιαση άραα … όπου φύγει, φύγει. Λακάνε να χωθούνε απουκάτου ση γης, γιατί σκιιάζονται μην τα προλάβει ο παπάς που αγιάζει. Και λένε από το φόβο τους:

«Φεύγατε να φεύγουμε.. τι έρχεται ο τρελόπαπας με την αγιαστούρα του.. να μας κάνει τσάγια τσάγια..να μας ρίξει στα λαγκάδια»

Οι γεροπαλαιοί, μολογάγανε, τα γλέπανε. Ερχόσανε και εκαθόσανε στη σαχτοθουρίδα και ηφέρνανε γιούρω τη γωνιά σα δαιμόνια όξω από το σπίτι και από κοντά μας. Ο νοικοκύρης για να τα διώξει έπαιρνε ένα δαυλί αναμμένο τα κυνήγαγε και κεινα χανόσανε!

κάποιος , μολόγαγε, τα είχε ειδωμένα η γιαγιά του που καθόσανε ση γωνιά και ξεθρακουνάγανε τη σάχτη. Ησανε, έλεγε, έτσι σαν κατσουλάκια και ‘ είχανε ένα ποδαράκι ανθρωπινό κι’ ένα γαϊδουρινό. Η γιαγιά του πήρε τη μάσια κι’ εκείνα γκατρζελώσανε απού μέσα σο τζιάκι και χαθήκανε, φύγανε από το φουγάρο.

Άλλη μια φορά, μολογάγανε, τσιίνησε ένας, έτσι σαν τώρα τα δωδεκαήμερα, από ‘να ξένο χωριό, από του Μποντιά ας ειπούμε, να ΄ρθει στο χωριό, ν’αλέσει στο μύλο. Ήρθε λοιπόν, αλλά ηύρε πλάκωση στο μύλο κι’ όσο ν’ αλέσει νύχτωσε. Τι να κάμει τώρα, που να μείνει, «θα φύγω», λέει. Φόρτωσε λοιπόν και μπροστά το μουλάρι, πίσω εκείνος, τσίνησε.

Είχε προχωρημένα νύχτα για καλά. Σιακάτου που πήγαινε, του πέσανε κοντά τα γκατζιόνια. Αυτός, τον «φάγανε τα φίδια» , τα κατάλαβε. Τι να κάμει τώρα? Δίνει ένα σάλτο κι’ αναβαίνει ανάμεσα στα δυο πλευρά το άλεσμα, απανωγόμι. Κουκουλόθηκε καλά, εκουβαριάστη να μην τον γλέπουνε και επήγαινε. Φαινότανε σα πλευρό που το βάνουμε είδες, απανωγόμι.

Τα γκατζιόνια -δεν είναι και πολύ έξυπνα ως φαίνεσται- τον εχάσανε. Ερχόσανε γιούρω, γιούρω το μουλάρι, ψάγνανε, πουθενά ο άνθρωπος. Πηγαίνανε παρά πίσω, ξαναγυρίζανε, τηράγανε, ξαστεριά. Το μουλάρι πήγαινε μοναχό του με δυό πλευρά άλεσμα και ένα απανωγόμι. Απέ λέγανε ‘κει που ΄ρχόσανε τρογιούρω: «Να το’να πλευρό, να τα’ άλλο, να και τα’ απανωγόμι. κείνος ο κερατάς που είναι»?? Βίραα, πουλάλα πάλε πίσω ίσιαμε το μύλο. Τίποτα. Γυρίζανε πάλε σο μουλάρι τα ίδια πάλε: : «Να το’να πλευρό, να τα’ άλλο, να και τα’ απανωγόμι. κείνος πού είναι;

Τον παιδέψανε όσο που έφτασε σο σπίτι του. Αλλά από το φόβο του, λένε, πέθανε.

Τ’ ακούς; Τ’ ακώ να λες, παιδάκι μου. Τώρα αλήθεια, ψέματα, ξέρω’ γω; Μια φορά το λέγανε αυτό οι παλαιοί.

Γι’ αυτό τα δωδεκάημερα δεν αλέθουνε, ούτε βαφτίζουνε, ούτε παντρευόνται, ούτε βάνουνε αλυσίβα για πλύσιμο από γκαντζιονόσαχτη, ούτε λουζόνται. Λουζόνται την παραμονή του Χριστού και ξανά πάλε την παραμονή της Πρωτάγιασης, σις 4 Γενάρη το βράδυ, για να διώξουνε τις γκατζιονόψειρες και να είναι καθαροί για να φιλήσουνε το Σταυρό την άλλη μέρα και να αγιαστούνε.
Για να μην πηγαίνουνε τα γκατζιόνια και κατουράνε σα βαγένια και σα βαρέλια του νερού τους βάνουνε απάνου μια φούντα σφαραγγουνιά (που κάνει τα σφαράτζια) να τρουπιώνται και να μη ζυγώνουνε.
Σφαραγγουνιά βάνουναι και οι τσιοπάνηδες σα μαντριά τους να μην μπαίνουνε μέσα τα γκατζιόνια.
Τη γκατζιονόσαχτη που μαζεύουμε τα δωδεκαήμερα από το τζιάκι, από τη φωτιά, τη φυλάμε σ’ ένα ντενεκέ ή ό,τι και την αυγή της Πρωτάγιασης τη ρίνουμε στα κλαρικά. Είναι καλό, λέει, για τον περονόσπορο για την κάμπια. Έτσι το ηύραμε έτσι το κάνουμε. Την Πρωτάγιαση καίμε τις σφαραγγουνιές που βάνουμε στα βαγένια, τσα βαρέλια, στα μαντριά.

Πηγή -Το Κακούρι-αναδημοσίευση από http://www.kalimera-arkadia.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s